«Τι θα κάνετε όταν σας ξυπνήσουν κάποια ημέρα στις 7 το πρωί, χτυπώντας την πόρτα του σπιτιού σας και λέγοντας σας “Καλημέρα, είμαστε από τη ΣΔΟΕ και έχουμε εντολή να ερευνήσουμε το σπίτι σας”»; Αυτός είναι ο τίτλος ενός πρόσφατου άρθρου (14.02.2008) από ένα γερμανικό newsletter, το οποίο αποστέλλεται καθημερινά στους αναγνώστες του περιοδικού που το εκδίδει. Σύμπτωση που το άρθρο στάλθηκε ακριβώς την ημέρα της σύλληψης του Προέδρου των γερμανικών ταχυδρομείων ή, ίσως, καθημερινότητα στη χώρα;

Photo: Κοινοβούλιο
Πριν ακόμη αναφερθούμε στα βασικά σημεία της υπόθεσης, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε ορισμένα γενικότερα στοιχεία για τη Γερμανία:
Η Γερμανία κυβερνάται από τα δύο μαζί συνεργαζόμενα κόμματα, τους Σοσιαλιστές (SPD) και τους Συντηρητικούς (CDU/CSU). Ο Υπουργός Οικονομικών κ. Peer Steinbrueck, ο οποίος ήταν εν γνώσει της υπόθεσης Λιχτενστάιν, ανήκει στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ενώ η Καγκελάριος στο Χριστιανοδημοκρατικό. Η χώρα μαστίζεται μεταξύ άλλων από μία τεράστια χρηματοοικονομική κρίση των τοπικών κρατικών τραπεζών, η οποία οφείλεται στα γνωστά μας δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που δόθηκαν στις Η.Π.Α.
Η τράπεζα IKB, η οποία διοικείται από το στέλεχος των σοσιαλιστών κυρία Ingrid Matthaeus-Maier (δυστυχώς από πολιτικό και όχι από manager), κινδύνεψε να οδηγηθεί στη χρεοκοπία και σώθηκε (εν πρώτοις) από τα δάνεια που της δόθηκαν (3,5 δις € στις 01.08.07 – 4,8 δι € στις 27.11.07 – 350 εκ. € στις 29.11.07 και 1,5 δις € στις 13.02.08). Στην ΙΚΒ υπάρχουν καταθέσεις άλλων γερμανικών τραπεζών ύψους 18 δις € με αποτέλεσμα, μία ενδεχόμενη χρεοκοπία της να δημιουργούσε τεράστιες αλυσιδωτές αντιδράσεις, καταστροφικές για τη χώρα. Άλλες τοπικές τράπεζες έχασαν επίσης τεράστια ποσά (Sachsen LB 4 δις € - Bayern LB 2 δις € - West LB 2 δις € κ.α.π.), επενδύοντας στις Η.Π.Α. και κινδυνεύουν.
Η κρίση στο κοινωνικό σύστημα της χώρας αυξάνεται ραγδαία, οφειλόμενη αφ’ ενός μεν στο παλαιότερο κόστος «προσάρτησης» της Ανατολικής Γερμανίας και στα χρήματα που στη συνέχεια δόθηκαν στα ταμεία συνοχής της Ε.Ε. (κατά την άποψη μας με στόχο την ενίσχυση της ηγετικής της θέσης στην Ευρώπη), αφ’ ετέρου στα συνεχώς μειούμενα φορολογικά έσοδα. Με την ακόμη μεγαλύτερη μείωση των συντελεστών άμεσης φορολόγησης από την αρχή του έτους, η κατάσταση μάλλον θα επιδεινωθεί.
Σημειωτέον ότι υφίστανται μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ των μισθών των ηγετικών στελεχών των επιχειρήσεων και των πολιτικών ή των υπολοίπων μισθωτών. Αρκεί να αναφέρουμε το μισθό του Διευθύνοντος Συμβούλου της Deutsche Bank ύψους 13 εκ. € ετήσια, έναντι μισθού της Καγκελαρίου ύψους 200 χιλ. € ετήσια. Οι μεγάλες αυτές αποκλίσεις προκαλούν έντονα συναισθήματα «συγκριτικής φτώχειας» στους Γερμανούς, οι οποίοι εκ φύσεως και ανέκαθεν αντιμετωπίζουν εχθρικά τον πλούτο. «Οι πλούσιοι», διαβάζουμε σε άρθρο της γερμανικής FAZ «έχουν μεγάλο πρόβλημα στη Γερμανία. Ενώ ο πλούτος οπουδήποτε αλλού αντιμετωπίζεται σαν η ανταμοιβή της σκληρής εργασίας, στη Γερμανία επικρατεί παραδοσιακά η μνησικακία, ο φθόνος απέναντι στους πλουσίους».
Η μείωση των φορολογικών εσόδων οφείλεται, κατά την άποψη μας, στην καταστροφή της μικρομεσαίας επιχείρησης (φορολογικές και λοιπές επιδρομές του κράτους, κακόβουλοι έλεγχοι κ.α.), η οποία αποτελεί τον κατ’ εξοχήν «πνεύμονα» του καπιταλιστικού συστήματος. Οι πολυεθνικές συμβάλλουν ελάχιστα στα φορολογικά έσοδα (υπάρχουν επ’ αυτού αρκετές αναλύσεις, ακόμη και δημοσιογράφων), οι κρατικές εταιρείες λειτουργούν έντονα ζημιογόνα (κακοδιαχείριση με αποτέλεσμα τη συνεχή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού), ενώ οι μισθωτοί δεν αντέχουν άλλες επιβαρύνσεις.
Η μείωση των φορολογικών εσόδων επηρεάζει ιδιαίτερα έντονα τους Δήμους και τις Κοινότητες της χώρας, οι οποίες χρηματοδοτούνται από το φόρο επιτηδεύματος (Gewerbesteuer). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τάση εξαφάνισης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με την αναζήτηση εκ μέρους τουλάχιστον των μεγάλων επιχειρήσεων φορολογικών «παραδείσων» εντός της χώρας, έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα. Αρκεί να φαντασθεί κανείς ότι οι ίδιοι οι γονείς πλέον επισκευάζουν τα σχολεία των παιδιών τους (βαψίματα, καθαριότητα κ.α.), επειδή δεν υπάρχουν οι απαιτούμενοι πόροι, προερχόμενοι από τους Δήμους.
Αρκετά ενδιαφέρον θέμα εδώ είναι, κατά την άποψη μας, η ύπαρξη φορολογικών παραδείσων εντός της Γερμανίας - ειδικά όσον αφορά το φόρο επιτηδεύματος, ο οποίος διαφοροποιείται μεταξύ των κρατιδίων και των διαφόρων δήμων τους. Μία οποιαδήποτε επιχείρηση δηλαδή πληρώνει φόρο επιτηδεύματος στο δήμο που έχει την έδρα της. Οι διάφοροι δήμοι και τα κρατίδια ανταγωνίζονται φορολογικά μεταξύ τους (κάτι αντίστοιχο αυτού που συμβαίνει μεταξύ των κρατών), με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαφορετικοί φορολογικοί συντελεστές. Για παράδειγμα, το κρατίδιο του Αμβούργου έχει υψηλό συντελεστή φόρου επιτηδεύματος με αποτέλεσμα, πολλές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πόλη να έχουν έδρα αλλού, οπότε και επιβαρύνονται με χαμηλότερο συντελεστή.
Φυσικά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τόσο λόγω μεγέθους, όσο και λόγω περιορισμένων «φορολογικών γνώσεων», δεν μεταφέρουν την έδρα τους αλλού ή, το πολύ-πολύ, τη μεταφέρουν σε γειτονικές περιοχές. Οι μεγάλες όμως επιχειρήσεις έχουν την έδρα τους σε μικρά χωριά, κυρίως στην Κοινότητα του Norderfriedrickskoog, όπου ο συντελεστής φόρου επιτηδεύματος είναι μηδενικός.
Εάν επισκεφθεί κανείς κάποιες τέτοιες μικρές πόλεις θα βρει γραφεία, κατά το παράδειγμα των φορολογικών παραδείσων και σε πλήρη αντιστοιχία με το Λιχτενστάιν, τα οποία στεγάζουν πλήθος επιχειρήσεων «γραμματοκιβωτίου». Αφού η ίδια η χώρα επομένως διατηρεί εντός των συνόρων της φορολογικούς παραδείσους, γιατί άραγε διαμαρτύρεται για την ύπαρξη αντιστοίχων σε άλλες χώρες και συμπεριφέρεται με τον τρόπο που βλέπουμε στην ιστορία του Λιχτενστάιν;

Photo: Καγκελάριος A. Merkel
Διαβάζοντας τώρα κανείς το άρθρο του Spiegel για την υπόθεση με τον τίτλο στο εξώφυλλο «Καταζητείται: Ο εχθρός του κράτους, αυτός που “αμαρτάνει” φορολογικά. Η Ομοσπονδιακή Μυστική Υπηρεσία Πληροφοριών παρακαλεί για τη βοήθεια σας», αναρωτιέται «Τι συμβαίνει στη Γερμανία, τι κρύβεται αλήθεια πίσω από όλη αυτή την ιστορία; Έχει αφαιρεθεί η προστασία της ιδιωτικής ζωής από τον κατάλογο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – Άρθρο 12; Πως επιβιώνουν εκεί οι άνθρωποι, πως αντέχουν αυτήν την αστυνόμευση και την τρομοκρατία; Είναι δυνατόν να υπερασπίσει τα όποια νόμιμα δικαιώματα του ο οποιοσδήποτε πολίτης της χώρας, έχοντας απέναντι του an block τη Μυστική Υπηρεσία, το ΣΔΟE, το Υπουργείο Οικονομικών και σύσσωμη την εκλεγμένη Κυβέρνηση συνεργασίας των δύο μεγάλων κομμάτων;»
Περεταίρω, δεν μπορεί παρά να απορήσει κανείς για την άκρως επιθετική και προσβλητική συμπεριφορά της Καγκελαρίου Μέρκελ απέναντι στον Υπουργό του Λιχτενστάιν κατά την πρόσφατη επίσκεψη του στο Βερολίνο. Δεν μπορεί παρά να την παραλληλίσει με την αντίστοιχη αντιμετώπιση του κ. Ερτογάν από την κυρία Μέρκελ (κατά την επίσκεψη του τελευταίου στη Γερμανία, μετά από την για πολλοστή φορά παράξενη πυρκαγιά που ξέσπασε στην πολυκατοικία που διέμεναν Τούρκοι μετανάστες). Η κυρία Μέρκελ σχεδόν επιτέθηκε στον Τούρκο Πρωθυπουργό λέγοντας του «Εγώ είμαι η Καγκελάριος, όχι εσύ!»
Τέλος, διαβάζοντας κανείς στο άρθρο του Spiegel τα λόγια του πρίγκιπα του Λιχτενστάιν «Μέθοδοι όπως στο τρίτο Ράιχ» και χωρίς να το θέλει, αναρωτιέται σιωπηλά και μάλλον φοβισμένα: «Εγκυμονεί η συμπαθέστατη Καγκελάριος τον επερχόμενο νέο Χίτλερ»; Εν αγνοία της φυσικά - μέσω της απομόνωσης στην οποία φαίνεται να οδηγείται ακόμη μία φορά η Γερμανία, σε συνδυασμό με την κατατρομοκράτηση των ίδιων της των πολιτών. Ας μην υποτιμούμε και τον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των κομμάτων που κυβερνούν «συνεργαζόμενα». Όπως είπαμε παραπάνω, ο Υπουργός Οικονομικών είναι σοσιαλιστής ενώ η Καγκελάριος συντηρητική – και ο «φοροφυγάς» Διοικητής των Ταχυδρομείων, κάτοχος το τιμητικού σταυρού της χώρας για την προσφορά του στα κοινά, είναι φίλος της Καγκελαρίου.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι στη χώρα, τουλάχιστον προς στιγμή, έχει μάλλον καταλυθεί η δημοκρατία, αφού κυβερνάται από τα δύο μεγάλα, συνεργαζόμενα μεταξύ τους, κόμματα. Επομένως, ακόμη και η δυνατότητα των πολιτών της να ασκούν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα μέσω της ψήφου τους είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Όποιον και να ψηφίσουν, η Κυβέρνηση παραμένει η ίδια – με κάποια ίσως αναδιανομή των ρόλων στα Υπουργεία, ανάλογα με τις ψήφους που θα συγκεντρώσει το εκάστοτε συνεργαζόμενο κόμμα.
Φυσικά δεν χρειάζεται μεγάλη σκέψη για να ανακαλύψει κανείς πώς ονομάζεται το σημερινό «επίλεκτο σώμα» της χώρας: η λέξη «Οικονομική Αστυνομία» έρχεται αυτόματα στο νου. Όσον αφορά δε τη μέθοδο που έχει επιλεχθεί για να «τιμωρούνται» αυτοί που, δυστυχώς εκ πεποιθήσεως, δεν «αμαρτάνουν» φορολογικά, καταλήγει κανείς αμέσως στο συμπέρασμα «Συνεργία στη φοροδιαφυγή». Και αυτό, είτε είναι ιδιώτες που θέλει η Γερμανία προφανώς να καταπιέσει και να αστυνομεύσει στο έπακρο, είτε είναι κράτη, τα οποία ίσως προγραμματίζει να καταλύσει, πριν ακόμη τους επιβληθεί οικονομικά.
Ήδη συλλαμβάνονται ακόμη και υπάλληλοι τραπεζών που ερευνώνται σήμερα από τη γερμανική ΣΔΟΕ για συνεργία σε φοροδιαφυγή επειδή, σύμφωνα με τα κατηγορητήρια, προτείνουν στους πελάτες τους χρηματοοικονομικά προϊόντα μειωμένης φορολόγησης! Ποιος αλήθεια μπορεί να πιστέψει ότι οι υπάλληλοι αυτοί ενεργούν για το δικό τους συμφέρον και όχι για αυτό της τράπεζας που τους απασχολεί; Είναι δυνατόν οι υπάλληλοι να δημιουργούν μόνοι τους και να προωθούν τέτοια προγράμματα;
Η Κυβέρνηση αναζητούσε τρόπο, διαβάζουμε στο Spiegel, για να αιτιολογήσει νομικά την ανάμιξη της Μυστικής Υπηρεσίας σε φορολογικές υποθέσεις. Η Μυστική Υπηρεσία (BND) ασχολείται με τρομοκρατικές οργανώσεις και την εν γένει άμυνα της χώρας, όχι φυσικά με φορολογικές υποθέσεις των Γερμανών πολιτών. «Αμοιβαία συνδρομή μεταξύ Υπηρεσιών» (ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται ευρέως πλέον και μεταξύ των κρατών) ήταν η λύση που βρήκαν – επιτρέπεται λοιπόν.
Πώς όμως και ποιος θα πλήρωνε να 5.000.000 € που απατούσε ο «καταζητούμενος καταδότης», ο οποίος είχε υποκλέψει τα στοιχεία (λογαριασμούς, αντίγραφα κινήσεων, εσωτερικές σημειώσεις κ.α.) από την τράπεζα του Λιχτενστάιν που από σύμπτωση ανήκει στον πρίγκιπα του κρατιδίου;
Η Μυστική Υπηρεσία, ήταν η λύση, η οποία θα τα προκατέβαλλε εν πρώτοις από το «επιχειρησιακό» ταμείο της και στη συνέχεια θα τα εισέπραττε από τα ποσά που θα καταλογίζονταν στους «φοροφυγάδες» (ήδη τα 4.000.000 € πληρώθηκαν αμέσως από τον Πρόεδρο των Γερμανικών ταχυδρομείων). Και το αστείο της υπόθεσης: Ο υποκλοπέας έλαβε δήθεν 4.200.000 € και όχι 5.000.000 €, αφού παρακρατήθηκαν, κατά τη ΣΔΟΕ, οι αναλογούντες φόροι! Οι διαρρήκτες δηλαδή στο μέλλον θα υποχρεούνται σε παρακράτηση φόρου εισοδημάτων!
Συνεχίζοντας, μπορούν άραγε να χρησιμοποιηθούν στοιχεία προερχόμενα από υποκλοπή, όπου μάλιστα ο υποκλοπέας δεν προτίθεται να καταθέσει στον Εισαγγελέα (κάνει διακοπές στην Αυστραλία), σαν αποδεικτικά ενώπιον δικαστηρίου με στόχο την καταδίκη των «φοροφυγάδων»; Δεν θα χρειαστεί, μας λένε τα γεγονότα, υπάρχει τρόπος να επιβληθεί η κατά το δοκούν «ομολογία» των θυμάτων.
Πολίτες-εξιλαστήρια θύματα οικονομικού πολέμου εναντίον ενός γειτονικού κρατιδίου; Θύματα τα οποία όχι μόνο θα πληρώσουν με την (ψυχική) ζωή τους, αλλά και υλικά το κόστος ενός ιδιάζοντος οικονομικού «πολέμου» της χώρας τους;
Ίσως, θα μπορούσε να απαντήσει κανείς, συλλογισμένος. Πάντα επιλέγονται κάποιοι και σταυρώνονται για να τρομοκρατήσουν και να καθυποτάξουν τους υπολοίπους ή και για άλλους σκοπούς. Πολύ περισσότερο όταν η ηγεσία δεν μπορεί να ανταπεξέλθει με τα έξοδα λειτουργίας του κράτους και πρέπει να εφεύρει νέες εισπρακτικές μεθόδους. Όπως συμβαίνει στη Γερμανία, περισσότερα χρήματα εξέρχονται παρά εισέρχονται στα ταμεία της, αφού οι καταθέτες δεν εμπιστεύονται πια τη χώρα τους.
Εκτός αυτού, έχουν σχεδόν εκλείψει οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (στην κυριολεξία ο πνεύμονας της καπιταλιστικής Οικονομίας), μετά τις συνεχείς επιδρομές του κράτους εναντίον τους. Όπως όλοι πια γνωρίζουμε, οι πολυεθνικές μόνο φόρους δεν πληρώνουν και οι μισθωτοί ασφυκτιούν από το βάρος της άμεσης και έμμεσης φορολόγησης, αδυνατώντας φυσικά να χρηματοδοτήσουν μόνοι τους τον ενίοτε αδηφάγο κρατικό μηχανισμό.

Photo: Klaus Zumwinkel
Ξανά στην ιστορία μας τώρα, όπως γράφει το Spiegel ο Klaus Zumwinkel ήταν ένα οικονομικά ανεξάρτητο άτομο και πρώην συνεργάτης της Mc Kinsey, το οποίο επιλέχθηκε το 1989 από τον τότε Καγκελάριο Helmut Kohl για τη διοίκηση των καταχρεωμένων γερμανικών ταχυδρομείων. Πριν από αυτό είχε αναλάβει τη γενική διεύθυνση της Quelle, όπου μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατάφερε να την επαναφέρει στην κερδοφορία. Η οικονομική του ανεξαρτησία οφείλεται στην πώληση των πολυκαταστημάτων της οικογενείας του, εκ της οποίας προέρχονται και τα 10.000.000 € που τοποθετήθηκαν σε ίδρυμα στο Λιχτενστάιν. Ακριβώς λόγω αυτής της οικονομικής του ανεξαρτησίας ζήτησε ελάχιστα χρήματα σαν αμοιβή για τη θέση του διοικητή των γερμανικών Ταχυδρομείων.
Ο Klaus Zumwinkel, ένα εξαιρετικά επιτυχημένο άτομο με πάρα πολλές πολιτικές και επιχειρηματικές διασυνδέσεις, φίλος της Καγκελαρίου, κατάφερε να εξυγιάνει πλήρως τα Γερμανικά ταχυδρομεία. Όμως, έκτοτε αντιτίθεται σθεναρά στις προθέσεις της Κυβέρνησης να τα πουλήσει, αφού πριν τα χωρίσει σε διάφορες, ανεξάρτητες μεταξύ τους, εταιρείες. Εκτός αυτού, συσσωρεύτηκαν τεράστιες ζημίες από τις δραστηριότητες των ταχυδρομείων στις Η.Π.Α. (εξαγορά της DHL), οι οποίες υπολογίζονται στα 7 δις €!
Ο Klaus Zumwinkel κατηγορήθηκε για φοροδιαφυγή. Για τη σύλληψη του ήταν κάθε στιγμή ενήμερη η Καγκελάριος, τόσο τηλεφωνικά, όσο και με SMS. Σύμφωνα με την κατηγορία, δεν φορολόγησε εντός της Γερμανίας τους τόκους που απέφεραν τα 10.000.000 € στο Ίδρυμα του στο Λιχτενστάιν τα τελευταία 20 χρόνια. Το ποσόν της φοροδιαφυγής υπολογίσθηκε στο 1.000.000 €, ενώ αυτός κλήθηκε να πληρώσει 4.000.000 €. Αφού τα πλήρωσε, αφέθηκε ελεύθερος και υποχρεώθηκε στην παραίτηση του από Πρόεδρος των Ταχυδρομείων.
Ας σημειωθεί ότι ο ετήσιος μισθός του Προέδρου της Deutsche Bank είναι 13.000.000 € και ο Klaus Zumwinkel, ένας πολύ πλούσιος και επιτυχημένος manager, κατηγορείται για φοροδιαφυγή ενός εκατομμυρίου μέσα σε 20 ολόκληρα χρόνια. Τι αλήθεια πρέπει να συμπεράνει κανείς; Όσο για τον τρόπο που σχολιάζουν τα ΜΜΕ και οι υπόλοιποι το θέμα (1.000 επιχειρηματίες-φοροφυγάδες ομολόγησαν, όταν έχουν γίνει μόλις 50 έρευνες και δεν αφορούν επιχειρηματίες, ή η γερμανική Elite φοροδιαφεύγει εις βάρος των φτωχών και τόσα άλλα), θυμίζει άλλες εποχές.
Παρακάτω, στις 7 το πρωί της ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου, αρκετοί άνδρες της ΣΔΟΕ, παρουσία της κυρίας Εισαγγελέως του Bochum, χτύπησαν το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού του Klaus Zumwinkel. Μετά από πολλά χτυπήματα άνοιξε ο κ. Zumwinkel την πόρτα, περιμένοντας ότι θα ήταν κάποιο θέμα που θα αφορούσε τα Ταχυδρομεία. Έκπληκτος, αντίκρισε το ένταλμα έρευνας του σπιτιού του, το οποίο του παρουσιάστηκε από τον επικεφαλής της ομάδας. Οι δημοσιογράφοι, όλως παραδόξως, περίμεναν ήδη από ενωρίς το πρωί έξω από το σπίτι του θύματος.
Δύο ώρες αργότερα έφτασαν οι δικηγόροι του στο σπίτι (προφανώς τότε τους επετράπη), ενώ η Καγκελάριος στο γραφείο της είχε ειδοποιηθεί ενωρίς το πρωί από τη ΣΔΟΕ μέσω SMS (στη συνέχεια ήταν μέσω του τηλεφώνου ενήμερη για όλες τις ενέργειες). Αργότερα, (11.14 το πρωί), ο κ. Zumwinkel οδηγήθηκε στην Εισαγγελία συνοδεία περιπολικών, ανακρίθηκε, παραδέχθηκε την ενοχή του (διαφορετικά θα προφυλακιζόταν μέχρι να ομολογήσει), πλήρωσε με στιγμιαίο έμβασμα 4.000.000 € από την τράπεζα του και αφέθηκε ελεύθερος.
Photo: Michael Schumacher
Δεν είναι δυστυχώς η πρώτη φορά που συνεργάζεται η Γερμανική Μυστική Υπηρεσία με την Οικονομική Αστυνομία. Το ίδιο είχε γίνει και με την υπόθεση «Badliner» το 1997, η οποία αφορούσε επίσης το Λιχτενστάιν. Ο Herbert Batliner ήταν ο διαχειριστής πολλών ιδρυμάτων στο κρατίδιο και κατηγορήθηκε από τις γερμανικές αρχές για συνεργία σε φοροδιαφυγή - είχε την ατυχία να συγκαταλέγονται μεταξύ των πελατών του 150 πλούσιοι, πολύ γνωστοί, Γερμανοί. Η υπόθεση έχει εν τω μεταξύ κλείσει και έχει αποσυρθεί το κατηγορητήριο.
Για φοροδιαφυγή έχουν κατηγορηθεί αρκετοί φημισμένοι Γερμανοί στο παρελθόν, όπως ο πατέρας της γνωστής τενίστριας Stefi Graf, ο οποίος προφυλακίστηκε για πάνω από ένα έτος και στη συνέχεια, αφού ομολόγησε, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 3 ετών και 9 μηνών. Επίσης ο Boris Becker ο οποίος, παρά το ότι έμενε μόνιμα στο Monte Carlo, διατηρούσε ένα μικρό σπίτι στο Μόναχο. Το σπίτι αυτό ήταν η αιτία για να κατηγορηθεί για φοροδιαφυγή, αφού εκ του νόμου ήταν υποχρεωμένος να δηλώνει τα εισοδήματα του στη Γερμανία και όχι στο Monte Carlo. Στη Γερμανία ισχύει νόμος που λέει ότι «ακόμη κα μία καρέκλα να διατηρείς εκεί, φορολογείσαι εκεί».
Ο γνωστός μας Michael Schumacher μένει πλέον μόνιμα στην Ελβετία (οι περισσότεροι πλούσιοι, και όχι μόνο, Γερμανοί έχουν εγκαταλείψει από καιρό τη χώρα) και σε κάποια συνέντευξη του λέει χαρακτηριστικά για το κλίμα που επικρατεί στη Γερμανία: «Στην πατρίδα ήμουν δυστυχώς υποχρεωμένος να πληρώνω συνεχώς μία στρατιά δικηγόρων, για να μην καταλήξω κάποιο πρωί στη φυλακή».
Προηγούμενο άρθρο μας για το θέμα:
Συνεργασία της Ομοσπονδιακής Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Γερμανίας (BND) με τις φορολογικές αρχές (ΣΔΟΕ) και τη εκλεγμένη Κυβέρνηση, σε εξαγορά προϊόντων υποκλοπής πληροφοριών από ξένη χώρα 19/2/2008