Σύμφωνα με όλα όσα μέχρι στιγμής φαίνονται, ο μεγάλος κίνδυνος, οι μαζικές αναλήψεις δηλαδή τρομοκρατημένων καταθετών από τα ταμεία των τραπεζών, έχει πλέον εκλείψει. Επίσης, δεν διαπιστώνεται η τάση «εξιδανίκευσης του ξεχρεώματος» από το σύνολο των ανθρώπων, η οποία θα δημιουργούσε έντονες αποπληθωριστικές πιέσεις και θα μας οδηγούσε στην «παγίδα ρευστότητας».
Σε πλήρη «δυσαρμονία» όμως με το παρελθόν (Μεγάλη Ύφεση), παρατηρούμε ότι κάποιες μεγάλες τράπεζες προσπαθούν να ξεχρεώσουν, απορροφώντας συνεχώς μεγάλες ποσότητες χρημάτων από τις αγορές και απειλώντας, αυτές πλέον, το σύστημα. Μήπως λοιπόν έχουν αντιστραφεί οι συνθήκες του 1930 και δεν είναι οι πανικοβλημένοι καταθέτες που αποσύρουν τα χρήματα τους από τις τράπεζες, αλλά οι πανικοβλημένες τράπεζες που αποσύρουν τα χρήματα τους από τις αγορές;
Αναλύοντας τα γεγονότα με τη σειρά, αποφεύγοντας τα βιαστικά συμπεράσματα, αυτό που αμέσως διαπιστώνεται είναι πως οι εμπορικές τράπεζες, παρά το ότι έχουν στη διάθεση τους δάνεια με μηδενικό κόστος (επιτόκιο) από τις κεντρικές τράπεζες (Fed, Ευρωπαϊκή KT, Τράπεζα της Αγγλίας, Τράπεζα της Ιαπωνίας), έχοντας ήδη ενισχυθεί από τα κράτη με πολλά χρήματα, παίρνουν μόνο όσα χρειάζονται για την εξασφάλιση τους (κεφαλαιακή επάρκεια) και όχι για να δανείσουν τους πελάτες τους.
Εάν όμως όλα είναι υπό έλεγχο στην Οικονομία, εάν ακόμη και τα χρηματιστήρια ανεβαίνουν προεξοφλώντας το τέλος της κρίσης (κατά την περιρρέουσα άποψη – η πραγματική οικονομία και η «υπερβάλλουσα» ρευστότητα, η οποία επηρεάζει καταλυτικά τα χρηματιστήρια, είναι δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες), τότε γιατί οι τράπεζες διστάζουν να πάρουν τα δωρεάν χρήματα και να τα δανείσουν, εξασφαλίζοντας ξανά τεράστια κέρδη; Γιατί δεν εκμεταλλεύονται τις νέες συνθήκες «carry trade» (των δανείων δηλαδή σε ένα νόμισμα με μηδενικό επιτόκιο και των επενδύσεων αλλού, με μεγαλύτερο επιτόκιο), οι οποίες διεύρυναν τις συγκεκριμένες διευκολύνσεις που κάποτε παρέχονταν μόνο από την Ιαπωνία;
Έχουν γίνει απλά πιο προσεκτικές ή μήπως δεν έχουν πεισθεί ότι τα προβλήματα έχουν περάσει; Γιατί αποφεύγουν να προσφέρουν (κυρίως) μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα δάνεια; Μήπως επειδή φοβούνται ότι θα επικρατήσει το σενάριο του αποπληθωρισμού και στη συνέχεια υπερπληθωρισμός; (υπενθυμίζουμε εδώ ότι ο αποπληθωρισμός δημιουργείται, όταν οι δανειστές ή οι οφειλέτες διαπιστώνουν ότι στην Οικονομία γενικά έχουν μαζευτεί πάρα πολλά χρέη). Ή μήπως έχουν δικαιολογημένα πανικοβληθεί, διαπιστώνοντας τη δυσκολία είσπραξης των απαιτήσεων τους (καθυστερήσεις αποπληρωμής δανείων κ.α.), αμέσως μετά από τις τρομακτικές απώλειες «ενεργητικού» (ενυπόθηκα δάνεια κλπ) που οδήγησαν αρκετές από αυτές στη χρεοκοπία ή στην αναζήτηση προστασίας από τα κράτη;
Αποφεύγοντας να υποθέσουμε τις απαντήσεις σε τόσα δύσκολα ερωτήματα, αυτό που συμπεραίνουμε αβίαστα είναι πως, η ενδεχόμενη συνέχιση αυτής της κατάστασης από τις τράπεζες, θα οδηγούσε αναγκαστικά την πραγματική οικονομία σε βαθιά ύφεση. Οι κεντρικές τράπεζες λοιπόν, έχοντας προφανώς καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, έκριναν σκόπιμο να παίξουν και το τελευταίο χαρτί τους: το «Quantitative Easing». Δηλαδή, αποφάσισαν να διαθέσουν ένα συγκεκριμένο ποσόν χρημάτων για την αγορά αξιόγραφων, εταιρικών ομολόγων, καθώς επίσης ομολόγων του δημοσίου από τις εμπορικές τράπεζες.
Έτσι, οι τράπεζες θα έχουν ακόμη μεγαλύτερη ρευστότητα στη διάθεση τους, μέρος της οποίας λογικά (κατά τους ιθύνοντες) θα υποχρεωθούν να δανείσουν στις επιχειρήσεις και στους ιδιώτες, για να τονωθούν οι επενδύσεις και η κατανάλωση. Η τράπεζα της Αγγλίας έχει αποφασίσει να διαθέσει 125 δις λίρες (όταν το εξωτερικό χρέος της είναι τετραπλάσιο του ΑΕΠ της), η Fed 300 δις $, η ΕΚΤ 60 δις € και η τράπεζα της Ιαπωνίας 1 τρις γεν.
Όμως, η αγορά των αξιόγραφων και των ομολόγων υπόκειται, όπως όλα στην ελεύθερη οικονομία, στους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Επομένως, η ζήτηση ομολόγων εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών, παρά το ότι είναι «τεχνητή», θα έχει σαν αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών τους, καθώς επίσης τη μείωση των αποδόσεων τους (επειδή η απόδοση είναι ποσοστιαία επί της τιμής πώλησης, όταν ανεβαίνει η τιμή πώλησης, περιορίζεται η απόδοση). Έτσι, επειδή οι αποδόσεις θα γίνονται «αμελητέες», οι εμπορικές τράπεζες θα αναγκάζονται κατά κάποιον τρόπο να πουλούν τα ομόλογα στις κεντρικές. Επομένως, θα αυξάνεται η ρευστότητα τους, η οποία οφείλει να επενδυθεί σε δάνεια, για να διατηρηθεί η κερδοφορία των ισολογισμών τους. Η υπερβάλλουσα όμως αυτή ρευστότητα θα διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία, ή μήπως θα ακολουθήσει τον κερδοσκοπικό δρόμο (για παράδειγμα το χρηματιστηριακό) και μάλιστα τον εντελώς βραχυπρόθεσμο, δημιουργώντας μία πρωτόγνωρη αγορά-καζίνο;
Περαιτέρω, οι εντελώς νεωτεριστικές αυτές ενέργειες των κεντρικών τραπεζών θα έχουν και ένα δεύτερο αποτέλεσμα. Αυξανομένων των τιμών των αξιόγραφων και των ομολόγων, οι εμπορικές τράπεζες εγγράφουν «ξεκούραστα» κέρδη, είτε τα πουλούν, είτε τα αξιολογούν με τις νέες τιμές στους Ισολογισμούς τους. Εκτός αυτού, επειδή οι τιμές που αγοράζουν οι κεντρικές τράπεζες ανακοινώνονται στο διαδίκτυο «προκαταβολικά», οι εμπορικές τράπεζες έχουν πλέον μία σίγουρη πηγή κερδών. Εδώ ευρίσκεται η κύρια αιτία των δισεκατομμυρίων που κερδίζουν σήμερα κάποιες τράπεζες από τις αγορές των «ετεροβαρών» ομολόγων – των ομολόγων δηλαδή που άλλος αναλαμβάνει το ρίσκο και άλλος αποκομίζει τα κέρδη.
«Είναι πολύ εύκολο να κερδίσεις χρήματα», αναφέρει ο διευθυντής μίας μεγάλης επενδυτικής τράπεζας, «όταν η κυβέρνηση σου λέει από πριν, προς τα που θα εξελιχθούν οι τιμές». Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, είναι κάτι αντίστοιχο με το να σου ανακοινώνει δεσμευτικά το κράτος ότι, εάν αγοράσεις σήμερα από την «ελεύθερη» αγορά λεμόνια με 1 € το κιλό, αύριο μπορείς να τα πουλήσεις στο ίδιο με 1,50 €, κερδίζοντας και ενισχύοντας ταυτόχρονα τη ρευστότητα σου.
Όμως, όπως σε όλα τα πράγματα, έτσι και εδώ υπάρχει «η αντίθετη όψη του νομίσματος». Η παρέμβαση του κράτους στην ελεύθερη αγορά δεν μπορεί παρά να διαστρεβλώσει τους κανόνες που επικρατούν, αφού η κυβέρνηση επιλέγει και ανακοινώνει τα αξιόγραφα που πρόκειται να αγοράσει. Με αυτόν τον τρόπο επηρεάζει αυτόματα τις τιμές κάποιων τίτλων (μετοχών, εταιρικών ομολόγων, κρατικών ομολόγων), εις βάρος κάποιων άλλων – χρησιμοποιώντας μία παρομοίωση, των λεμονιών εις βάρος των μήλων. Για παράδειγμα, εάν η ΕΚΤ ανακοινώσει ότι αγοράζει ελληνικά ομόλογα του δημοσίου, η τιμή τους θα ανεβεί, ενώ οι τιμές των υπολοίπων κρατικών ομολόγων θα πέσουν, ανεξάρτητα από την ευρωστία ή μη των Οικονομιών τους. Οι παρεμβάσεις όμως στις αγορές, η κατάργηση δηλαδή του αόρατου χεριού του Adam Smith, δεν είναι αυτές που αξιωματικά προκαλούν πολύ μεγάλες «υπερβολές» (φούσκες) στα καπιταλιστικά συστήματα;
Συνεχίζοντας παρακάτω το συλλογισμό μας, αναρωτιόμαστε που βρίσκουν οι κεντρικές τράπεζες τα ποσά που αποφάσισαν ξαφνικά να διαθέσουν για την αγορά ομολόγων. Μήπως αυξάνοντας την ποσότητα των χρημάτων – τυπώνοντας δηλαδή καινούργια, παρά το φόβο του πληθωρισμού που κρύβεται από πίσω; (όταν τυπώνονται περισσότερα χαρτονομίσματα, με σταθερό το ΑΕΠ, τότε μιλάμε για «πληθωριστικές παρεμβολές» - πόσο μάλλον όταν μειώνεται το ΑΕΠ).
Στην περίπτωση όμως που πραγματικά θα ακολουθούσε μεγάλος πληθωρισμός, οι αυξήσεις των επιτοκίων δεν θα ήταν υπερβολικές και δεν θα κατέρρεαν, μεταξύ άλλων, τα μακροπρόθεσμα ομόλογα του δημοσίου; Τι θα γίνει εάν το Κερδοσκοπικό Κεφάλαιο (το οποίο ναι μεν στεγάζεται στις Η.Π.Α., αλλά εκ φύσεως δεν έχει πατρίδα), «επιτεθεί» στα μακροπρόθεσμα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, αφού μάλλον προηγηθεί η Αγγλία, η οποία είναι κατά πολύ ασθενέστερος αντίπαλος; Πως είναι δυνατόν να αγνοούνται τέτοιοι κίνδυνοι;
Οι κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων οικονομιών, οι οποίες για πρώτη φορά χρησιμοποιούν τη μέθοδο αυτή (μέχρι σήμερα ο χειρισμός της αγοράς μέσω των επιτοκίων ήταν αρκετός), προφανώς γνωρίζουν τους κινδύνους. Υποθέτουν όμως ότι, αφ’ ενός μεν θα ανακάμψει η πραγματική οικονομία (με τη ρευστότητα που πιθανολογούν ότι θα διοχετεύσουν τελικά οι τράπεζες παρακάτω), αφ’ ετέρου δε ότι θα προλάβουν να αποσύρουν την υπερβάλλουσα ποσότητα χρημάτων, πριν ακόμη δημιουργήσει πληθωρισμό και πριν προλάβουν να οργανωθούν οι επιθέσεις του Κεφαλαίου. Βέβαια, το εγχείρημα αυτό, η λεπτή χειρουργική επέμβαση καλύτερα, απαιτεί απόλυτο συγχρονισμό. Εάν αποσυρθεί η ρευστότητα λίγο πιο πριν, πολλαπλασιάζεται ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού ενώ, εάν η ρευστότητα αποσυρθεί λίγο πιο μετά, είναι αδύνατον να αποφευχθεί ο μεγάλος πληθωρισμός και οι επιθέσεις των κερδοσκόπων.
Εκτός αυτού, δεν υπάρχει καμία εγγύηση για την επιτυχία του, πολύ περισσότερο αφού οι προηγηθείσες προσπάθειες της Ιαπωνίας δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας, μεταξύ των ετών 2001 και 2006, επένδυσε 25 τρις γεν σε κρατικά ομόλογα, χωρίς να καταφέρει να ξεφύγει από την ύφεση. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο της Nomura, όταν η κεντρική τράπεζα μίας χώρας, η οποία έχει ήδη μηδενίσει τα επιτόκια της, καταφεύγει σε τέτοιες μεθόδους, «μοιάζει με έναν μανάβη, ο οποίος δεν μπόρεσε να πουλήσει τα 100 μήλα που είχε στο κατάστημα του και τα έκανε 1.000 για να τα καταφέρει».
Οι εμπορικές τράπεζες δηλαδή δεν έχουν κανέναν εμφανή λόγο να πάρουν την επί πλέον ρευστότητα που τους προσφέρεται από τις κεντρικές τράπεζες, αφού δεν πήραν ούτε την προηγούμενη. Ένα κατάστημα που δεν μπόρεσε να πουλήσει τα προϊόντα του (η κεντρική τράπεζα εν προκειμένω), δεν πρόκειται να τα πουλήσει αυξάνοντας τα, αφού δεν υπάρχει κανένας λόγος να αλλάξουν συμπεριφορά οι πελάτες του (οι εμπορικές τράπεζες εδώ), βλέποντας ότι διαθέτει μεγαλύτερες ποσότητες.
Το ευτύχημα (μέσα στο δυστύχημα) για όλους μας, είναι ότι σχεδόν όλες οι κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων οικονομιών εφαρμόζουν το ίδιο σύστημα, οπότε θα μπορούσε να αποδειχθεί ευκολότερη η επιδιωκόμενη σταθεροποίηση της αγοράς, ενώ τα συγκεκριμένα «νομίσματα» απειλούνται λιγότερο από αυξημένη μεταβλητότητα. Εάν για παράδειγμα η μέθοδος εφαρμοζόταν αποκλειστικά από τις Η.Π.Α., όχι μόνο θα είχε πολύ λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας, αλλά και το δολάριο θα εμφάνιζε μεγάλες διακυμάνσεις απέναντι στα άλλα νομίσματα (μία ακόμη αιτία που μας εξήγαγαν οι αμερικανοί την κρίση τους και που μας υποχρέωσαν να παίξουμε το παιχνίδι τους). Από την άλλη πλευρά βέβαια, μία πιθανή αποτυχία θα συμπαρέσερνε όλες τις οικονομίες μαζί, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Υπάρχει ακόμη ένας κίνδυνος, σύμφωνα με τον οποίο η επιθυμητή αποχώρηση των κεντρικών τραπεζών από την ενεργή συμμετοχή τους στη «λιανική» αγορά, όταν αναθερμανθεί η οικονομία, δεν θα είναι τόσο εύκολη, όσο εικάζεται. Έχοντας αναλάβει σημαντικό ρόλο στη λειτουργική αγορά, στη θέση των εμπορικών τραπεζών, ανέλαβαν ταυτόχρονα και τους δικούς τους κινδύνους. Όταν λοιπόν θελήσουν να αποσυρθούν, τότε θα έλθουν αντιμέτωπες με μία σειρά πολύπλοκων προβλημάτων. Για παράδειγμα, με ενδεχόμενες ζημίες από επισφάλειες, με πωλήσεις αξιόγραφων κάτω από τις «τεχνητά» υψηλές τιμές που τα αγόρασαν κλπ. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε είναι πολύ πιθανόν να χάσουν την απαιτούμενη για το ρόλο τους κεφαλαιακή επάρκεια, οπότε θα πρέπει να προβούν σε αυξήσεις κεφαλαίου από τρίτους (!). Έτσι όμως δεν θα χάσουν την ανεξαρτησία τους, με την οποία τις θωράκισε η Πολιτεία, για να προστατεύουν το σύστημα από τους νομισματικούς και λοιπούς κινδύνους;
Για όλα αυτά, είναι εμφανέστατα αδύνατον να απαντήσει κανείς με υπευθυνότητα σε ερωτήματα του τύπου «εάν προβλέπεται πληθωρισμός, αποπληθωρισμός ή υπερπληθωρισμός». Είναι πολύ δυσκολότερο από το να ρωτήσει κανείς ένα γιατρό σχετικά με το πως θα εξελιχθεί η αρρώστια ενός ασθενούς, στον οποίο δίνει φάρμακα που δεν έχουν δοκιμασθεί για μία νόσο, έναν «μεταλλαγμένο ιό» καλύτερα, που δεν έχει ακριβώς εντοπίσει. Πόσο μάλλον όταν η δόση των φαρμάκων είναι υπερβολική, από πολλούς γιατρούς μαζί, σε ασθενείς που δεν έχουν τα ίδια συμπτώματα και την ίδια φυσική κατάσταση, που πρέπει να σταματήσουν να παρέχονται σε μία χρονική στιγμή που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε (διαφορετικά ο ασθενής δεν θα πεθάνει από την αρρώστια, αλλά από τα φάρμακα) και που πρέπει να «αναρροφηθούν» από το γιατρό. Τέλος, όταν δεν πρόκειται απλά για μία «τοπική» νόσο, αλλά για μία παγκόσμια επιδημία.

Η υλική πρόοδος που ακολούθησε το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν βασίστηκε σε καμία περίπτωση στις παραπάνω μεθόδους, ούτε οφειλόταν αποκλειστικά στον ίδιο τον πόλεμο και στη «δημιουργική καταστροφή» του Schumpeter. Κατά την άποψη μας, τα θεμέλια της ήταν η συμφωνία του Bretton Woods, η οποία προήλθε από την εκλογίκευση που επικράτησε μεταξύ των ανθρώπων που έζησαν την καταστροφή σε όλο της το τρομακτικό μεγαλείο (δυστυχώς σήμερα έχει πλέον ξεχαστεί). Εάν η αιτία ήταν ο πόλεμος, τότε θα είχαμε ανάλογα αποτελέσματα μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Όμως, τότε ακολούθησε ο γερμανικός υπερπληθωρισμός (1923), η άνοδος του φασισμού στην εξουσία, το κραχ του 1929, η Μεγάλη Ύφεση και ο επόμενος πόλεμος.
Αυτό που στην πραγματικότητα προκάλεσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν την ανάδειξη των Η.Π.Α. σε υπερδύναμη, η οποία επηρέασε αποφασιστικά τη διεθνή χρηματοπιστωτική και νομισματική πολιτική. Οι πωλήσεις όπλων, καθώς επίσης οι πιστώσεις που παρείχαν οι Η.Π.Α. για αγορές πολεμικού εξοπλισμού από τη δική τους βιομηχανία, τις ανέδειξαν στο μεγαλύτερο πιστωτή του κόσμου, ενώ ο κύριος νομισματικός ανταγωνιστής τους, η Μ. Βρετανία, «καθαιρέθηκε» στο μεγαλύτερο οφειλέτη του κόσμου. Οι Η.Π.Α., κατέχοντας τότε το 70% των παγκοσμίων αποθεμάτων χρυσού, συνέδεσαν το δολάριο με το χρυσό και τα υπόλοιπα νομίσματα με το δολάριο (κατά την πρόταση του αμερικανού H.D.White και όχι αυτήν του Keynes, ο οποίος είχε αναφερθεί σε μία διεθνή λογιστική μονάδα, το Bancor). Όλες δε οι χώρες μαζί (44) συμφώνησαν στη λήψη μέτρων (υπό την αιγίδα του, σωστού τότε, ΔΝΤ και της Διεθνούς Τράπεζας για την ανοικοδόμηση και ανάπτυξη), με στόχο την κοινή πρόοδο μέσω ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και χρηστής διαχείρισης των οικονομικών τους.
Έτσι η Ευρώπη έζησε το μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα, όπου η παραγωγικότητα συνδέθηκε με τα «επίπεδα» της προ του πολέμου εποχής, ακολουθούμενη φυσικά από τους μισθούς και την σταθερή ευημερία. Δυστυχώς, η έξοδος από τον κανόνα του χρυσού, η μονομερής κατάργηση ουσιαστικά της συμφωνίας του Bretton Woods, στην οποία «αναγκάστηκαν» οι Η.Π.Α. τη δεκαετία του ’70, επειδή λόγω των πολέμων (Βιετνάμ κλπ) είχαν μετατραπεί σε παγκόσμιο οφειλέτη από πιστωτή και δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τη σχέση δολαρίου:χρυσού, σήμανε την αρχή των διαρκών οικονομικών κρίσεων - η συχνότητα των οποίων αυξάνεται, αυξανομένων των χρεών που συσσωρεύονται διαρκώς στις ανεπτυγμένες οικονομίες και των νέων, μεγάλων πληθυσμών που προστέθηκαν στο καπιταλιστικό σύστημα.
Προφανώς σήμερα ο μεγαλύτερος πιστωτής του κόσμου, αυτός δηλαδή που ευρίσκεται στην ίδια θέση με τις Η.Π.Α. το 1945, είναι η Κίνα. Η ίδια χώρα θα είναι σύντομα ο μεγαλύτερος εξαγωγέας του κόσμου, διαθέτοντας όχι μόνο μεγάλες παραγωγικές εγκαταστάσεις ή ένα αριθμητικά μεγάλο εργατικό δυναμικό (σύντομα και ποιοτικό), αλλά κα τα χρήματα για να επενδύσει εντός και εκτός της επικράτειας της - εξαγοράζοντας τεχνολογία και «δυτικές» επιχειρήσεις.
Τουλάχιστον όσον αφορά το κόστος και τις συνθήκες εργασίας, οι ανεπτυγμένες οικονομίες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να ανταγωνιστούν την Κίνα. Αρκεί να αναφέρουμε ότι δουλεύουν 7 ημέρες την εβδομάδα, κάτω από άθλιες συνθήκες, ενώ διαμένουν στο χώρο της δουλειάς τους και «επισκέπτονται» τα σπίτια τους μία φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια της γιορτής του νέου έτους. Ο μηνιαίος μικτός μισθός σε μία περιοχή της αχανούς χώρας (Guangdong) το 2007, φαίνεται από τον πίνακα που ακολουθεί:
ΚΙΝΑ
|
Πόλη |
Σε RMB |
Σε $ |
|
|
|
|
|
Shenzhen |
810 |
105 |
|
Guangzhou |
780 |
101 |
|
Dongguan, Zhuhai |
690 |
89 |
|
Jiangmen, Huizhou |
600 |
77 |
|
Εκτός του Δέλτα |
450 |
58 |
Πηγή: Germany Trade
Οι μισθοί που βλέπουμε δεν σημαίνουν μόνο χαμηλό εισόδημα, αλλά και χαμηλές λοιπές αξίες, οι οποίες προσαρμόζονται αναγκαστικά στα εισοδήματα. Για παράδειγμα, εάν ένα διαμέρισμα κοστίζει στην Ελλάδα 100.000 € και ο μέσος μισθός είναι 1.000 €, σημαίνει ότι κοστίζει 100 μήνες εργασίας. Κατ’ αντιστοιχία, εάν ο μισθός μειωνόταν στα 100 €, το διαμέρισμα «όφειλε» να κοστίζει 100 μισθούς, δηλαδή 10.000 €. Επομένως, μία διαφορά της τάξης του 1:10 έως 1:20 με την Κίνα, με αντίστοιχες «επιδράσεις» στο ΑΕΠ, είναι αδύνατον να «καλυφθεί». Επειδή δεν είναι δυνατόν λοιπόν να περιορίσουμε 10-20 φορές το βιοτικό μας επίπεδο (αμοιβές, περιουσιακά στοιχεία κλπ), δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να ανταγωνιστούμε την Κίνα - αλλά ούτε και να της επιτρέψουμε να μας ανταγωνισθεί.
Για να τεκμηριώσουμε ότι οι αριθμοί δεν έχουν σχεδόν ποτέ άδικο, καθώς επίσης ότι οι σημερινές αμοιβές στην Κίνα (όπως και στην Ελλάδα) είναι δίκαιες, ορθολογικές δηλαδή, παραθέτουμε τον κατωτέρω πίνακα:
|
Χώρες* |
ΑΕΠ δις $ |
Εργ. Εκ. |
Παρ/Εργ. |
Ετ. Μισ. $ |
Μην. Μισ.$ |
Μη.Μισ. Ε |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Η.Π.Α. |
13.750 |
153,10 |
89.811 |
34.019 |
2.835 |
2.181 |
|
Ιαπωνία |
5.103 |
66,10 |
77.236 |
29.256 |
2.438 |
1.875 |
|
Γερμανία |
3.024 |
43,60 |
69.310 |
26.254 |
2.188 |
1.683 |
|
Κίνα |
2.879 |
803,30 |
3.584 |
1.358 |
113 |
87 |
|
Ρωσία |
1.251 |
75,10 |
16.658 |
6.310 |
526 |
404 |
|
Ελλάδα |
237,9 |
4,94 |
49.158 |
18.246 |
1.521 |
1.170 |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Σύνολα |
26.245 |
1.146,1 |
22.899 |
19.241 |
1.603 |
1.233 |
* 2007 σε $ , f.o.b. Πληροφορίες: ip Πίνακες δικοί μας
Παραδοχές και ερμηνευτικές σημειώσεις:
α) 1 € = 1,30 $
β) Ένας μέσος μηνιαίος ελληνικός μικτός μισθός ύψους περίπου 1.002,5 € (1.300 $), με 14 μισθούς ετησίως (14.035 € ή 18.246 $), δίνει συντελεστή υπολογισμού 2,64. Αυτό σημαίνει ότι εάν διαιρέσουμε το εκάστοτε ετήσιο ΑΕΠ ανά εργαζόμενο (παραγωγικότητα) με το συντελεστή 2,64 θα βρίσκουμε τον εκάστοτε ετήσιο «συγκριτικό» μισθό στις παραπάνω χώρες, με κριτήριο βάσης τον ελληνικό ετήσιο μισθό.
γ) Ο μηνιαίος μισθός σε $ βρίσκεται διαιρώντας τον ετήσιο με το 12, ενώ ο αντίστοιχος σε € βρίσκεται διαιρώντας με το 1,30 (ισοτιμία δολαρίου/ευρώ).
δ) Στην πρώτη στήλη του πίνακα έχουμε τις χώρες αναφοράς, στη δεύτερη το ΑΕΠ του 2007 σε δις $, στην τρίτη τους εργαζομένους σε εκατομμύρια, στην τέταρτη την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο, στην πέμπτη τον ετήσιο μισθό σε $, στην έκτη το μηνιαίο μισθό σε $ και στην τελευταία το μηνιαίο μισθό σε €.
ε) Στην τελευταία γραμμή έχουμε τα σύνολα στην πρώτη και δεύτερης στήλης, καθώς επίσης τις μέσες τιμές στις υπόλοιπες.
στ) Στις χώρες που οι μισθοί είναι υψηλότεροι από τους παραπάνω (στη Ρωσία για παράδειγμα), εάν φυσικά δεχθούμε σαν σωστό «κριτήριο βάσης» τους Ελληνικούς, υπάρχει «σφάλμα» (συνήθως ακολουθείται από απότομη αύξηση της ανεργίας).
Όπως εύκολα διαπιστώνουμε, οι μέσες αμοιβές προσανατολίζονται «δίκαια» στο εκάστοτε ΑΕΠ, είτε το θέλουμε, είτε όχι. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την Κίνα, όπου με κριτήριο το ΑΕΠ και το συντελεστή που καθορίσαμε με βάση την Ελλάδα (2,64) η μέση αμοιβή είναι 113 $ - περίπου συμφωνεί με την πραγματική στην περιοχή του Shenzhen (105 $ το 2007).
Αντίστοιχα συμφωνεί και με τη Γερμανία, στην οποία είναι περίπου 2.000 € μηνιαία, με 12 όμως μήνες (δε υπάρχουν 14 υποχρεωτικοί μισθοί). Πράγματι, ένας διευθυντής υποκαταστήματος γερμανικής αλυσίδας λιανικής αμείβεται με 2.200 – 2.400 € μηναίο μικτό μισθό (για 12 μήνες και σαν διευθυντής).
Βέβαια, το εάν οι μέσες αμοιβές είναι όχι μόνο δίκαιες, αλλά και διατηρήσιμες, εξαρτάται από την «ποιότητα» του εκάστοτε ΑΕΠ. Για παράδειγμα, εάν ο βασικός πυλώνας του ΑΕΠ μίας χώρας είναι η κατανάλωση και όχι η παραγωγή (βλ. Η.Π.Α., όπου η κατανάλωση αντιστοιχεί στο 70% περίπου του ΑΕΠ), τότε μπορεί να είναι δίκαιες οι αμοιβές, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση διατηρήσιμες.
Περαιτέρω, εάν θέλουμε μεγαλύτερες αμοιβές, θα πρέπει να επιδιώκουμε ποιοτικά υψηλότερο ΑΕΠ και να «εκτιθέμαστε» σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό, διευρύνοντας το πεδίο διάθεσης των προϊόντων μας (παγκοσμιοποίηση). Σε κάθε περίπτωση, οι αμοιβές μας «ισορροπούν» τελικά με το ΑΕΠ μας, ενώ οι επιθυμίες μας θα πρέπει αντίστοιχα να ισορροπούν.
Βέβαια, ο δρόμος για συνεχώς αυξανόμενο ΑΕΠ δεν είναι μονόδρομος. Αντί δηλαδή να επιδιώκουμε υψηλότερο ΑΕΠ, έχουμε τη δυνατότητα του περιορισμού των «υλικών» επιθυμιών μας (κάτι που σίγουρα ωφελεί και το περιβάλλον, όπως αποδεικνύεται από την, για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, μείωση της κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος λόγω της ύφεσης), οπότε δικαιούμαστε τον ελεύθερο χρόνο μας. Ας λάβουμε υπ όψιν μας ότι, ο παραπάνω Γερμανός διευθυντής δουλεύει 10-12 ώρες την ημέρα - η χώρα αναγκάσθηκε να αυξήσει «παθητικά» (όχι επίσημα δηλαδή) τις ώρες εργασίας, για να διατηρήσει τους μισθούς, οι οποίοι θα έπρεπε να μειωθούν με την προσάρτηση της Α. Γερμανίας και την εξ αυτής μείωση του συνολικού πλέον ΑΕΠ της.
Εμείς λοιπόν (όταν λέμε εμείς εννοούμε πάντοτε την Ευρώπη) δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε την Κίνα, ενώ μάλλον δεν θέλουμε να ανταγωνιστούμε πλέον τις Η.Π.Α. Δεν θέλουμε, επειδή έχουμε επιλέξει τον κοινωνικό από τον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό, επειδή δεν επικροτούμε τον απαιτούμενο αμοραλισμό του συστήματος τους και επειδή δεν εγκρίνουμε τις υπερβολικές ανισότητες.
Τι άλλο μας μένει λοιπόν από μία μερική αποπαγκοσμιοποίηση, η οποία δεν θα μας ανάγκαζε να κάνουμε πράγματα που δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε; «Μερική» επειδή δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε εχθρούς ή να κλείσουμε ερμητικά τα σύνορα μας (το 1930 είχε ξεσπάσει δυστυχώς εμπορικός πόλεμος με τις Η.Π.Α.), αλλά να διατηρήσουμε τις διεθνείς σχέσεις μας και να επιβάλλουμε κανόνες που δεν θα διακινδυνεύουν το υφιστάμενο βιοτικό μας επίπεδο - ούτε και τον πολιτισμό μας.
«Μερική», μέχρι τουλάχιστον να αναπτυχθεί η Α. Ευρώπη και να ενισχύσουμε τον παραγωγικό μηχανισμό «μας» (ΕΕ), εξισορροπώντας τις επιθυμίες μας. «Μερική», μέχρι να λειτουργήσει σωστά η Ενωμένη Ευρώπη, στα πλαίσια της ισότητας μεταξύ τους όλων των χωρών που την συν-αποτελούν (κοινή νομοθεσία, κοινή παιδεία, κοινή Υγεία και ασφάλιση, κοινή οικονομική και εξωτερική πολιτική, κοινά σύνορα, κοινή μεταναστευτική πολιτική κλπ).
«Μερική παγκοσμιοποίηση» μέχρι να αναπτυχθεί η Κίνα, στηριζόμενη στην εσωτερική της κατανάλωση για να αυξήσει το ΑΕΠ της και όχι στις εξαγωγές εις βάρος μας - έτσι ώστε να πλησιάσει μόνη της το δικό μας βιοτικό επίπεδο και όχι εμείς το δικό της. Τέλος, μερική μέχρι να λύσουν οι Η.Π.Α. τα τεράστια εσωτερικά προβλήματα τους, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά, χωρίς να «αναγκάζονται» από την απόγνωση να τα μεταφέρουν σ’ εμάς.
Βασίλης Βιλιάρδος (23.05.09)
viliardos@kbanalysis.com
Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου
ΥΓ: Το μεγαλύτερο σημερνό ανθρώπινο επίτευγμα (μη υλικό) είναι η διαδικτυακή επικοινωνία και η ελεύθερη έκφραση. Όλες οι απόψεις έχουν «εγγενή σφάλματα» και μας ευχαριστούν ιδιαίτερα οι τεκμηριωμένες «κριτικές» τοποθετήσεις.