ECONOMICS - INDUSTRY & TRADE - EXPORT MARKETS Login  [INFO] [Αρχική Σελίδα] [Ποιοί είμαστε] [Επαφή]

ΣΕ ΠΟΡΕΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ (Μέρος Β): Ο υπερβολικός δανεισμός, τα μικροοικονομικά μας λάθη, οι μακροοικονομικές αιτίες της κρίσης, η πολυπλοκότητα του καπιταλισμού, οι επόμενες προκλήσεις και η ευρωπαϊκή λύση - updated 26 Σεπτεμβρίου

Πρώτο Μέρος: ΣΕ ΠΟΡΕΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ (Μέρος Α): Ο υπερβολικός δανεισμός, τα μικροοικονομικά μας λάθη, οι μακροοικονομικές αιτίες της κρίσης, η πολυπλοκότητα του καπιταλισμού, οι επόμενες προκλήσεις και η ευρωπαϊκή λύση  5/9/2009

 

Η ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 

Το τελικό ξέσπασμα της κρίσης είναι πλέον γνωστό ότι προήλθε από το σημαντικότερο «περιουσιακό» μας στοιχείο: το αποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό μας σύστημα, την ομαλή λειτουργία του οποίου θεωρούσαμε μέχρι πρότινος δεδομένη (παρομοιάζεται με το σύστημα ύδρευσης, όπου συνειδητοποιούμε τη σπουδαιότητα του μόνο όταν πάψει να λειτουργεί). Από κάποια στιγμή και μετά έγινε δυστυχώς εξαιρετικά πολύπλοκο, στη συνέχεια υπέστη σοβαρότατες ζημίες, ιδίως κατά τη διάρκεια των τελευταίων λίγων ετών, ενώ τελικά τα θεμέλια του (η «εμπορική πίστη» δηλαδή) διαβρώθηκαν σε επικίνδυνο βαθμό.

 

Το γεγονός αυτό «όφειλε» να ήταν αναμενόμενο (αποτελεί ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα της παρούσας παγκόσμιας κρίσης), αφού είναι γνωστό πως τα πολύπλοκα «λειτουργικά» συστήματα είναι σε αντίστοιχο βαθμό ασταθή – επομένως ανασφαλή και επικίνδυνα (τουλάχιστον μέχρι να τα κατανοήσουμε εντελώς και να εξοικειωθούμε πλήρως με τη λειτουργία τους, καθώς επίσης με τις πολυάριθμες «παγίδες» που κρύβουν). Έστω και εκ των υστέρων λοιπόν, είμαστε υποχρεωμένοι  να συνειδητοποιήσουμε ότι, αυξανομένης της πολυπλοκότητας του «συστήματος», οι κρίσεις θα γίνονται όλο και πιο συχνές (συρρίκνωση των οικονομικών κύκλων), πολύ πιο απρόβλεπτες και περισσότερο ισχυρές.

 

Από την άλλη πλευρά, η πολυπλοκότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πρόοδο (αποδεικνύεται ακόμη και από τις διαφορές του ανθρώπου με τα ζώα), ενώ η έλλειψη της είναι συνυπεύθυνη για τη στασιμότητα. Περαιτέρω, ο πολύπλοκος καπιταλισμός, σε πλήρη αντίθεση με τον απλούστερο σοσιαλισμό, είναι εξαιρετικά κουραστικός για τον άνθρωπο -  αντίστοιχα όμως «αποδοτικός» (εάν τυχόν βέβαια σταματήσει να αποδίδει ανάλογα με την πολυπλοκότητα του, θα «εγκαταλειφθεί» από τις κοινωνίες αυτοστιγμεί). Όλα λοιπόν είναι θέμα επιλογών, ενώ η φύση επιμένει να διατηρεί τις ισορροπίες της, «απαιτώντας» ανταλλάγματα για οτιδήποτε μας προσφέρεται.

 

Λόγω αυτής ακριβώς της πολυπλοκότητας του καπιταλιστικού συστήματος, της αστάθειας, της ανασφάλειας και των απρόβλεπτων, συνεχώς αυξανομένων κινδύνων που τη συνοδεύουν, ένας μεγάλος αριθμός πολιτών των χωρών που είχαν επιλέξει (συνειδητά ή μη) τα σοσιαλιστικό συστήματα, «αναπολούν» την τότε ασφάλεια και την ηρεμία που ένιωθαν. Αδιαφορώντας δηλαδή για τη στασιμότητα, την υλική ανέχεια και όλα τα υπόλοιπα μειονεκτήματα του (υπαρκτού) σοσιαλισμού, τάσσονται ανοιχτά υπέρ της επαναφοράς του. Στο συγκεκριμένο σύστημα βέβαια, στο σοσιαλιστικό, οι κρίσεις περιορίζονται σε μία και μοναδική - η οποία όμως είναι, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, ολοκληρωτικά καταστροφική.   

 

Συνεχίζοντας στον καπιταλισμό, εάν τελικά αποφασίσουμε να μειώσουμε την πολυπλοκότητα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος βιαστικά (αυξημένοι έλεγχοι, αυστηρότεροι κανόνες κλπ), έτσι όπως ανακοινώνεται από πολλές Κυβερνήσεις, περιορίζοντας τους κινδύνους που απορρέουν από αυτήν, θα πρέπει λογικά να αποδεχθούμε τη χαμηλότερη αποδοτικότητα του - με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται.

 

Κατά την άποψη μας όμως, θα ήταν προτιμότερο να βρούμε, ήρεμα και μεθοδικά (αν και «απαρέγκλιτα»), τον κατάλληλο τρόπο να δημιουργήσουμε ένα σύστημα απλούστερο, διαφανέστερο και ταυτόχρονα ελεγχόμενο (σε κάποιο ικανοποιητικό βαθμό τουλάχιστον), χωρίς να απολέσουμε τα σημαντικότατα οφέλη της πολυπλοκότητας του. Αυτό δε που θα συμβάλλει τα μέγιστα προς την κατεύθυνση αυτή, δεν θα είναι η αυστηρότητα των ελέγχων που τυχόν θα επιβληθούν, αλλά η ποιότητα τους.

 

Στη διαδικασία της «απλούστευσης» θα συμβάλλει επίσης η ποιότητα των δεικτών που «μετρούν» τις επιδόσεις του οικονομικού μας συστήματος (στατιστικών στοιχείων κλπ), αφού οι δείκτες αυτοί αποτελούν τις «ενδείξεις» για τον τρόπο που κάθε φορά πρέπει να λειτουργήσουμε. Αποδεχόμενοι περαιτέρω ότι, ο σημαντικότερος δείκτης «μέτρησης» της ευρύτερης οικονομικής προόδου, του βιοτικού μας επιπέδου καλύτερα, είναι το ΑΕΠ, θεωρούμε ότι θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στις «ενδείξεις» των επί μέρους «συστατικών» του και μικρότερη στο απόλυτο μέγεθος του.

 

Όπως είναι γνωστό, το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν), το σύνολο δηλαδή όλων των προϊόντων και αγαθών που παράγει μια οικονομία εκπεφρασμένο σε χρηματικές μονάδες, είναι η συνισταμένη:

 

α) της κατανάλωσης, η οποία «μετρείται» από τις δαπάνες που πραγματοποιούν τα νοικοκυριά για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών

 

β) της επένδυσης, η οποία «μετρείται» από τις δαπάνες για την αγορά κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, αποθεμάτων και κτιρίων συμπεριλαμβανόμενης και της δαπάνης για την αγορά νέων κατοικιών

 

γ) των δημοσίων δαπανών, αυτών δηλαδή για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποιούν η τοπική αυτοδιοίκηση και οι κυβερνήσεις, όπως για παράδειγμα η αγορά αμυντικού εξοπλισμού και

 

δ) των καθαρών εξαγωγών, των δαπανών δηλαδή για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην εγχώρια οικονομία και αγοράζονται από αλλοδαπούς (εξαγωγές), μείον τη δαπάνη για την αγορά ξένων αγαθών (εισαγωγές) και υπηρεσιών που «πωλούνται» στην εγχώρια οικονομία

 

Σύμφωνα τώρα με τους οικονομολόγους, για έναν βασικό τομέα της οικονομίας μας, για το κράτος δηλαδή, δεν υπάρχει τυπικός τρόπος μέτρησης της αξίας της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. «Αναγκαστικά» λοιπόν, η «παραγωγή» του κράτους υπολογίζεται με βάση τις δαπάνες οπότε, στην περίπτωση που οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται, έστω και αναποτελεσματικά, θεωρείται ότι έχει αυξηθεί η παραγωγή (κατ’ επέκταση λοιπόν και το ΑΕΠ). Στην περίπτωση αυτή όμως, η αύξηση του ΑΕΠ όχι μόνο δεν καλυτερεύει το βιοτικό μας επίπεδο αλλά, αντίθετα, το επιδεινώνει σε μεγάλο βαθμό αφού, σε τελική ανάλυση, το ΑΕΠ μας αυξάνεται, ταυτόχρονα με την αύξηση του δημοσίου χρέους (οι κρατικές δαπάνες γίνονται συνήθως με δανειακά κεφάλαια) και των ελλειμμάτων.  

 

Περαιτέρω, είναι θεωρητικά δυνατόν να παρουσιάζουμε αυξήσεις στο ΑΕΠ μας, ακόμη και όταν μειώνονται όλες οι άλλες συνισταμένες του (κατανάλωση, επενδύσεις, εξαγωγές κλπ), αρκεί να αυξάνονται ακόμη περισσότερο οι δημόσιες δαπάνες - ανεξάρτητα μάλιστα από την αποτελεσματικότητα τους (θυμίζουμε τη «συνταγή» του Keynes για την απασχόληση, μέσω πρόσληψης εργατών στο δημόσιο που θα άνοιγαν και θα έκλειναν τρύπες).

 

Ακριβώς γι’ αυτό, πριν από την παρούσα κρίση, οι ρυθμοί ανάπτυξης στις Η.Π.Α. με βάση το ΑΕΠ, παρουσιάζονταν πολύ υψηλότεροι από τους αντίστοιχους στην ΕΕ, λόγω των αυξημένων δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης της έκρηξης στην κατασκευή ακινήτων (subprimes). Εν τούτοις, επειδή οι αιτίες της αύξησης του ΑΕΠ δεν αναλύθηκαν, δεν επιμερίσθηκαν δηλαδή στα επί μέρους «συστατικά» του, όπως όφειλαν, πολλοί Ευρωπαίοι υποστήριζαν ότι έπρεπε να υιοθετηθεί το αμερικανικό μοντέλο του καπιταλισμού. Ευτυχώς, το ξέσπασμα της κρίσης μας προστάτευσε από την ολοκληρωτική υιοθέτηση αυτής της άποψης.     

 

Όταν λοιπόν έχουμε ασαφείς δείκτες μέτρησης και αμφίβολα στατιστικά στοιχεία, όταν μετράμε απόλυτα μεγέθη και όχι την αποτελεσματικότητα τους (για παράδειγμα, οι κατά κεφαλήν δαπάνες υγείας στις Η.Π.Α. είναι πολύ υψηλότερες από οποιαδήποτε άλλη χώρα, χωρίς όμως να είναι αντίστοιχα αποτελεσματικές), τότε οι αποφάσεις μας δεν στηρίζονται σε σωστά δεδομένα, οπότε όχι μόνο δεν απλοποιείται, αλλά αυξάνεται ακόμη περισσότερο η υφιστάμενη πολυπλοκότητα του συστήματος.

 

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, οι «αναγγελίες» εξόδου από τις κρίσεις με κριτήριο αυξήσεις του ΑΕΠ ή άλλα ασαφή στατιστικά στοιχεία και μεγέθη, πολύ δύσκολα θα μπορούν να πείσουν στο μέλλον – τουλάχιστον όχι αυτούς που κρίνουν από όλα όσα βλέπουν γύρω τους και όχι από τις «ιδιοτελείς» ανακοινώσεις (το ίδιο ισχύει για τις προβλέψεις των επιχειρήσεων, για τις αξιολογήσεις των ισολογισμών τους και πολλά άλλα). Για παράδειγμα, θα κρίνουμε καλύτερα από τη αύξηση των «φτωχών» στις Η.Π.Α. κατά 2,5 εκ. το 2008 (συνολικά στα 40 εκ.), καθώς επίσης από τον αριθμό των ανασφάλιστων στην ίδια χώρα (600.000 περισσότεροι το 2008 από το 2007, στους συνολικά 46,3 εκ. αμερικανούς), παρά από τις ανακοινώσεις του υπουργού οικονομικών (T. Geithner) για έξοδο από την κρίση          

 

Τέλος, ειδικά όσον αφορά τα όλο και πολυπλοκότερα χρηματιστήρια παγκοσμίως, πιθανολογούμε ότι, τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα (για όσον καιρό δηλαδή δεν έχουν ληφθεί μέτρα «δημιουργικής» απλοποίησης του συστήματος), η εποχή των μακροπρόθεσμων τοποθετήσεων αποτελεί παρελθόν (επισημοποίηση του καπιταλισμού-καζίνο) με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να «επιδοτείται» εξ αυτού η μεγάλη κεφαλαιοποίηση, η οποία προηγείται ανέκαθεν στην άνοδο.

 

Επίσης παρελθόν αποτελεί και η διασπορά του κινδύνου (diversification) στις πάσης φύσεως επενδυτικές τοποθετήσεις αφού, όπως αποδείχθηκε από την πρόσφατη κρίση, οι τιμές όλων των αξιών (μετοχές, εμπορεύματα, πρώτες ύλες κλπ) «συντονίζονταν» μεταξύ τους – ακολουθούσαν δηλαδή όλες μαζί την ίδια πορεία. Η αιτία είναι προφανώς η «διαδικτυωμένη παγκοσμιοποίηση», η οποία είχε (και έχει) σαν αποτέλεσμα, το να ακολουθεί το σύνολο των επενδυτών του πλανήτη, σχεδόν την ίδια στιγμή, τις «διακυμάνσεις» των τιμών, αυτοενισχύοντας τες.     

 

Ίσως οφείλει να σημειωθεί εδώ πως, παρά το ότι η επιστροφή στον κανόνα του χρυσού δεν αποτελεί πλέον λογική προοπτική (λόγω του τεράστιου όγκου των συναλλαγών κ.α.), η ενδεχόμενη συμμετοχή του στο «καλάθι των αποθεματικών νομισμάτων» που πιθανότατα θα αντικαταστήσουν το δολάριο στο μέλλον είναι πολύ πιθανή - γεγονός που αιτιολογεί καλύτερα την αυξητική πορεία του, σε σχέση με την παραδοσιακή χρήση του για την παραγωγή κοσμημάτων και τον φόβο του υπερπληθωρισμού (δημοσιονομική κρίση στις Η.Π.Α. κλπ).   

 

ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ

 

Σε αντίθεση τώρα με την καπιταλιστική δύση, ο δανεισμός, η χρέωση καλύτερα των πρώην σοσιαλιστικών χωρών ήταν σχεδόν μηδενική – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να μην ήταν πολύπλοκη (και επομένως επικίνδυνη), αλλά ούτε και σημαντική η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος. Πρόσφατα δε «αποδείχθηκε» ότι, ο καπιταλισμός μπορεί να υπάρξει χωρίς δημοκρατία (απολυταρχικός καπιταλισμός, μονοπωλιακός καπιταλισμός), ενώ η δημοκρατία αδυνατεί να λειτουργήσει εκτός του καπιταλιστικού συστήματος – κάτι που σίγουρα θα μας απασχολήσει σοβαρά στο μέλλον

 

Ειδικά όσον αφορά τα χαμηλά επίπεδα δανεισμού και με την προϋπόθεση της δημιουργίας εκείνων των συνθηκών που θα επιτρέψουν στα πρώην σοσιαλιστικά καθεστώτα την «κατασκευή», καθώς επίσης την ομαλή λειτουργία σύγχρονων χρηματοπιστωτικών συστημάτων, τα τεράστια δημόσια και ιδιωτικά περιθώρια χρέωσης τους (σε σύγκριση με τα εκτός λογικών ορίων δικά μας), σε συνδυασμό με τις πολύ μεγάλες επενδυτικές τους ανάγκες (οι οποίες βέβαια συνοδεύονται από αντίστοιχες «ευκαιρίες», σε αντίθεση με τις πολύ περιορισμένες δικές μας), θα αποτελέσουν μία εξαιρετικά μεγάλη πρόκληση για ολόκληρο το «δυτικό» κόσμο στο μέλλον.

 

Εάν δε προστεθούν στις προοπτικές τους, τόσο η περαιτέρω ανάπτυξη του εξαγωγικού παραγωγικού τους μηχανισμού (την οποία ουσιαστικά «προκάλεσαν» οι δυτικές πολυεθνικές και ο «άμετρος» δυτικός καταναλωτισμός), όσο και οι ενεργειακές τους δυνατότητες (αφήνουμε συνειδητά εκτός τη στρατιωτική τους ισχύ), καθώς επίσης οι κινήσεις τους, οι οποίες διευκολύνονται

 

α) είτε από τα καθεστώτα τους (για παράδειγμα η κυβέρνηση της ενεργειακά εξαρτημένης Κίνας «επιχειρεί» σαν μία υπερμεγέθης πολυεθνική, εξαγοράζοντας με τα χρηματικά της πλεονάσματα τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου από την Αυστραλία, πετρελαίου από την Αφρική ή τη Ρωσία, μεταλλευμάτων από τη Νότια Αμερική κλπ),

 

β) είτε από το φυσικό τους πλούτο (για παράδειγμα, η Ρωσία προσπαθεί να μονοπωλήσει τους ενεργειακούς αγωγούς, επιδιώκοντας προφανώς την απόλυτη «εξάρτηση» της Ευρώπης κλπ),

 

ο βαθμός δυσκολίας της πρόκλησης (η οποία θα λειτουργήσει προσθετικά στην προηγούμενη τεράστια ζημία που μας προκάλεσε ύπουλα ο «Αγγλοσαξονικός μονοπωλιακός καπιταλισμός»), θα είναι κάτι παραπάνω από τον ανώτατο δυνατό.

 

Πρόσφατα άλλωστε πρώτη η Γερμανία ανησύχησε, θεωρώντας ότι ή ενδεχόμενη ανάκαμψη της οικονομίας της (δυστυχώς, συνεχίζει να ανησυχεί μόνο για τη δική της χώρα), θα δυσχερανθεί στη συνέχεια, λόγω έλλειψης ενέργειας και πρώτων υλών που, είτε θα ακριβύνουν υπερβολικά (λόγω αυξημένης ζήτησης), είτε θα παρουσιάσουν προβλήματα διαθεσιμότητας, λόγω της διευρυμένης απορρόφησης τους, κυρίως από την Κίνα (η οποία, για πρώτη φορά, ηγείται στις παγκόσμιες εξαγωγές).

 

Μία επόμενη, «εσωτερική» αυτή τη φορά, πρόκληση (στην ανάγκη ανανέωσης των οικονομικών δεικτών μέτρησης του βιοτικού επιπέδου αναφερθήκαμε ήδη), είναι αναμφίβολα η αδυναμία επιβολής βασικών κανόνων στις χρηματιστηριακές αγορές, η οποία οφείλεται, μεταξύ άλλων, στα εμπόδια που τοποθετούνται από ισχυρούς και άπληστους κερδοσκόπους. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις Η.Π.Α., ειδικότερα δε στις προσπάθειες ρύθμισης της λειτουργίας των «χρηματιστηριακών παραγώγων» (όπως λέει χαρακτηριστικά ένα έμπειρο στέλεχος του αμερικανικού χρηματιστηρίου: «Ποιος θέλει αλήθεια να θέσει κανόνες στη λειτουργία της Wall Street και να περιορίσει το χρηματοπιστωτικό κλάδο, όταν είναι πλέον ο μοναδικός τομέας, στον οποίο οι Η.Π.Α. κατέχουν την πρώτη θέση παγκοσμίως;»).    

 

Η αδυναμία μας αυτή αποδεικνύεται με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο από το ότι, μόλις ένα χρόνο μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers και την τεράστια καταιγίδα που ξέσπασε στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι συγκεκριμένοι κερδοσκόποι συνεχίζουν να λειτουργούν «ως είχαν» (κάτι που μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε σοβαρά, σχετικά με το εάν τελικά η πρόσφατη κρίση οφειλόταν σε σφάλμα του συστήματος ή σε επιλογή των Η.Π.Α.)

 

Ακόμη περισσότερο, με τη βοήθεια μίας νέας, «ηλεκτρονικής» μεθόδου (θα την αναλύσουμε σε επόμενο άρθρο μας), έχουν αυξήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο τον όγκο, όσο και το ρυθμό των συναλλαγών τους, χωρίς να ενδιαφέρονται καθόλου για τα αποτελέσματα – τα οποία, εάν τελικά δεν ελεγχθούν, θα είναι κατά πολύ χειρότερα από τα προηγούμενα. Η δυσοίωνη αυτή προοπτική θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη και αισιόδοξη, αφού σε μία τέτοια περίπτωση, ο κίνδυνος να επικρατήσει η θεωρεία του χάους στις διεθνείς αγορές (το «πέταγμα της πεταλούδας» - η πλήρης αδυναμία μας δηλαδή να εντοπίζουμε τις αρχικές αιτίες που προκαλούν τα εκάστοτε τελικά αποτελέσματα), είναι κάτι περισσότερο από υπαρκτός.         

      .       

Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΛΥΣΗ  

 

Χωρίς καμία αμφιβολία, «διαφαίνεται» πως ο δρόμος της εμπιστοσύνης είναι πλέον μονόδρομος - τουλάχιστον για την Ευρώπη. Η εμπιστοσύνη όμως απαιτεί συνοχή. Κατά την άποψη μας, η απαιτούμενη αυτή συνοχή προϋποθέτει κυρίως την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως κάποτε δηλαδή πήγαμε από τις Πόλεις-Κράτη στις Ενώσεις των Πόλεων (Κράτη), έτσι σήμερα πρέπει να βαδίσουμε από τα Κράτη προς τις πολιτικές Ενώσεις των Κρατών – ισότιμων μεταξύ τους στη βάση της Κοινωνίας των Πολιτών τους.

 

Για να «κατασκευασθεί» όμως ένα σταθερό κράτος, απαιτείται η προσέγγιση των δύο άκρων του όσο γίνεται περισσότερο (Ζ.Ζ. Ρουσσώ). Θα πρέπει δηλαδή να μην ανεχόμαστε ούτε τους πάμπλουτους, αφού αυτοί έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράζουν την ελευθερία τους (να μην σέβονται τους θεσμούς, να μην υπακούουν στους νόμους, να κυριαρχούν στους υπολοίπους κλπ), αλλά ούτε και τους πάμφτωχους, αφού είναι μάλλον υποχρεωμένοι να πουλούν τη δική τους ελευθερία (την ψήφο τους για παράδειγμα, με στόχο να εξοφλήσουν τις «υποχρεώσεις» τους).

 

Κατ’ επέκταση, για να οικοδομηθεί μία σταθερή Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πρέπει να επιτευχθεί ακριβώς το ίδιο - με τα επί μέρους «εθνικά» κράτη στην θέση των πολιτών ενός έθνους. Θα πρέπει δηλαδή τα πλουσιότερα, τα αποτελεσματικότερα, τα μεθοδικότερα κράτη να βοηθήσουν τα ασθενέστερα (κυρίως οργανωτικά), έτσι ώστε να επιτευχθεί μία όσο το δυνατόν μεγαλύτερη «σύγκλιση» των μεγεθών τους. Είναι αδύνατον να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και σταθερά σε βάθος χρόνου τυχόν Ενώσεις που δεν «θεμελιώνονται»ι στο παραπάνω αξίωμα – πόσο μάλλον όταν κάποιο ή κάποια από αυτά θελήσουν να ηγηθούν των υπολοίπων, στηριζόμενα κυρίως στον πλούτο τους (ας θυμηθούμε τους φόβους που εξέφρασε ο Φ. Μιτεράν, με τα λόγια που είπε στη Μ. Θάτσερ τον Ιανουάριο του 1990: Η ένωση της Γερμανίας  θα συμβάλλει στο να αποκτήσει, μέσω της ΕΕ, μεγαλύτερη επιρροή στην Ευρώπη, από αυτήν που μπόρεσε ποτέ να επιτύχει ο Χίτλερ).          

 

Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω (ισχύς εν τη ενώσει - Όμηρος) μέσω της ιστορίας, αρκεί να αναφέρουμε ότι οι δυνατότητες του ανθρώπου, εξετάζοντας τον σαν άτομο, σαν μονάδα καλύτερα, ήταν ανέκαθεν αρκετά περιορισμένες. Στην προσπάθεια του τώρα να τις αυξήσει με στόχο να επιβληθεί στη Φύση, δημιούργησε τις κοινωνίες, τις πόλεις και τα κράτη. Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν, ήλθε η ώρα να δημιουργηθούν πραγματικές, πολιτικές δηλαδή Ενώσεις περισσοτέρων του ενός κρατών (στο μακρύ δρόμο για την πραγματική παγκοσμιοποίηση), έτσι ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να επιβιώσει περαιτέρω, ενώνοντας τις δυνάμεις του.

 

Αυτό λοιπόν που είναι απαραίτητο, δεν είναι μόνο η δημιουργία ενός άριστου νομισματικού χώρου (ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων & κεφαλαίων), αλλά κυρίως ενός χώρου (αναφερόμαστε προφανώς στην Ευρωπαϊκή Ένωση) που πραγματικά θα ενδιαφέρεται για την επίλυση των όποιων προβλημάτων των εθνών - των πολιτών καλύτερα που τον συναποτελούν.

 

Για παράδειγμα, δεν επιτρέπεται να λέει η Γερμανία, κατά τη διάρκεια των τελευταίων πυρκαγιών στην Αθήνα (υποθέτουμε πως για τις πολύ μεγαλύτερες πυρκαγιές στην Ισπανία θα είπε το ίδιο) ότι: «Το θέμα δεν είναι το πώς λειτουργεί η Ελλάδα, αλλά το εάν λειτουργεί». Η υποχρέωση της, μέσα στα πλαίσια μίας ενωμένης Ευρώπης, δεν είναι η απλή κριτική, αλλά η ουσιαστική βοήθεια χωρίς πολλά, περιττά λόγια. Εάν δηλαδή γνωρίζει καλύτερα πώς να λειτουργήσουμε, δεν έχει παρά να μας το προτείνει (και άλλοι λαοί στο παρελθόν είχαν αναθέσει την ανανέωση των νόμων και των θεσμών του Κράτους τους σε εξωτερικούς τρίτους – πολύ σωστά κατά τη γνώμη μας), καθώς επίσης να στείλει τα απαραίτητα εφόδια (ανθρώπους, υλικό ή ότι άλλο κρίνει απαραίτητο) για να τα καταφέρουμε.

 

Κατ’ επέκταση, η Ελλάδα δεν πρέπει να κατηγορεί τη Γερμανία για το παρελθόν της, αλλά να τη βοηθήσει να εξευρωπαϊστεί, αφού μόνο έτσι θα καταφέρει να ξεφύγει από τον εφιάλτη της: την αναβίωση δηλαδή του ναζισμού. Ήδη ο Νίτσε, από πάρα πολλά χρόνια πριν, θεωρούσε, σαν Γερμανός πολίτης, απόλυτα αναγκαίο τον εξευρωπαϊσμό της Γερμανίας. Όπως ο ίδιος έγραψε: «Το να είσαι καλός Γερμανός, σημαίνει να πάψεις να είσαι Γερμανός» (323).

 

Αναμφίβολα, η Γερμανία θα μπορούσε «εξευρωπαϊζόμενη» να μας «μεταφέρει» αρκετά από τα θετικά της χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, τη μεθοδικότητα της, την πολιτική της σοβαρότητα, την υπευθυνότητα των εργατικών συνδικάτων της, τον τρόπο ελέγχου της κρατικής εξουσίας (μέσω των κοινοβουλίων των κρατιδίων, των επιτροπών αναφορών, των ομοσπονδιακών δικαστηρίων κλπ.), την οργάνωση της, την ισότιμη αντιμετώπιση των πολιτών της, ανεξάρτητα από την «κοινωνική ή εισοδηματική τάξη» που ανήκουν και άλλα πολλά (οφείλει βέβαια να «αποβάλλει» την υπερβολική αστυνόμευση, κάποιους «σκοτεινούς» μηχανισμούς της, την τάση της για κυριαρχία κλπ) .  

 

Εάν λοιπόν δεν γίνουν όλα αυτά, εάν δηλαδή δεν βοηθήσει η μία χώρα την άλλη, έτσι ώστε να ενωθεί πραγματικά η Ευρώπη μπροστά στις τεράστιες εξωτερικές απειλές και στους ενδοσυστημικούς κινδύνους (μονοπώλια, μακροοικονομικά αίτια της κρίσης, μικροοικονομικοί προβληματισμοί, κλπ), καθώς επίσης εάν δεν ανανεωθεί το Οικονομικό σύστημα της ΕΕ «εκ βάθρων», δύσκολα θα καταφέρει να μας διατηρήσει αρκετά στη ζωή (στα κεκτημένα επίπεδα δηλαδή της ευημερίας, της αξιοπρέπειας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας), το «Bypass» που τοποθετήθηκε, πρόχειρα και βιαστικά, τόσο στην καρδιά της Οικονομίας μας  (ΕΕ, χρηματοπιστωτικό σύστημα), όσο και στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα (συνεχής καθυστέρηση και εθνικιστικές παρερμηνείες της πραγματικής, ισότιμης ένωσης των Πολιτών της Ευρώπης). 

 

Το ίδιο, η επίτευξη της συνοχής δηλαδή που προϋποθέτει η εμπιστοσύνη, ισχύει φυσικά και για τους πολίτες των σημερινών ανεξάρτητων κρατών (της ΕΕ και άλλων) οι οποίοι, στο όνομα της «Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας», έχουν ουσιαστικά επιτρέψει την «εκτροπή»: τη συνύπαρξη σε μεγάλο βαθμό τόσο της νομοθετικής, όσο και της εκτελεστικής εξουσίας στα εκάστοτε κόμματα που τους κυβερνούν (επομένως στη μειοψηφία και όχι στην Κοινή Βούληση του συνόλου των ελεύθερων πολιτών), με αποτέλεσμα να έχει διαταραχτεί εντελώς η «τάξη» και να έχει διαβρωθεί σε μεγάλο βαθμό η απαιτούμενη κοινωνική συνοχή.

 

Όπως γνωρίζουμε, όταν η ίδια η εκτελεστική εξουσία νομοθετεί, όταν ο νομοθέτης δηλαδή είναι αυτός που επιβάλλει τους νόμους, τότε ο Πολίτης είναι εντελώς ανυπεράσπιστος – πόσο μάλλον στα σημερινά πληθυσμιακά μεγέθη των κρατών, όπου η ψήφος του ενός, η ατομική βούληση δηλαδή, είναι σχεδόν αμελητέα (Εάν ο αριθμός του πληθυσμού είναι 1.000 άτομα, για παράδειγμα, τότε η ατομική ψήφος έχει ισχύ ίση με το 1/1.000. Εάν όμως είναι 1.000.000 άτομα, τότε η αναλογία ελαχιστοποιείται στο 1/1.000.000). Στην περίπτωση βέβαια που οι κυβερνώντες ενεργούσαν πρώτα σαν Πολίτες (με γνώμονα το κοινό καλό, ανιδιοτελώς), μετά σαν στελέχη της κυβέρνησης (με γνώμονα την ευημερία του κράτους) και στο τέλος σαν άτομα (με περιορισμένη ιδιοτέλεια), τότε η «εκτροπή» θα ήταν κάπως υποφερτή.

 

Σπάνια συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο, ενώ πολλές χώρες «διευθύνονται» ακόμη από δυσανάλογα μεγάλες κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα οι ηγέτες τους (πρωθυπουργοί) να απασχολούνται περισσότερο με τα μέλη της κυβέρνησης (ή του κόμματος τους), εις βάρος του χρόνου που θα έπρεπε να διαθέτουν για την επίλυση των προβλημάτων των Πολιτών τους. Εάν τουλάχιστον η ηγεσία ήταν «διπολική», με τον πρωθυπουργό στην εκτελεστική εξουσία και τον πρόεδρο να ασκεί τον έλεγχο των πεπραγμένων της κυβέρνησης – η Σπάρτη είχε κάποτε δύο βασιλείς, ενώ η Ρώμη μέχρι και 8 αυτοκράτορες – οι δυνατότητες θα ήταν μεγαλύτερες (οι σύγχρονες επιχειρήσεις διοικούνται επίσης «διπολικά», μέσω τόσο του διοικητικού, όσο και του εποπτικού συμβουλίου τους – δυστυχώς όμως, μία από τις αιτίες της κρίσης ήταν οι «συνομωσίες» των δύο συμβουλίων σε κάποιες απρόσωπες πολυεθνικές εταιρείες, η ταύτιση δηλαδή των ιδιοτελών ατομικών συμφερόντων των μελών τους).         

 

Από την άλλη πλευρά, πιστεύουμε ότι οι ηγέτες επιθυμούν πάντοτε το καλό της χώρας τους - οι περισσότεροι τουλάχιστον. Είναι αδύνατον όμως να το επιτύχουν, χωρίς τη συνδρομή, την ενεργητική υπευθυνότητα καλύτερα των Πολιτών τους (ανιδιοτελής συμμετοχή στα κοινά, συνεχής εκπαίδευση, αυξημένη παραγωγικότητα, ολοκληρωμένη πληροφόρηση κλπ). Άλλωστε, η πρόσφατη οικονομική κρίση το απέδειξε επαρκώς, αφού ξεπεράστηκε (μέχρι ενός σημείου φυσικά και υπό προϋποθέσεις) από τους ίδιους τους Πολίτες, όταν αυτοί δεν κατέκλυσαν τελικά τα ταμεία των τραπεζών για να αποσύρουν τις καταθέσεις τους.         

 

Αθήνα, 12 Σεπτεμβρίου 2009           

Βασίλης Βιλιάρδος

viliardos@kbanalysis.com  

 

  Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

Το άρθρο αυτό (καθώς και 26 ακόμα άρθρα – αναλύσεις του οικονομολόγου Βασίλη Βιλιάρδου) περιλαμβάνεται στα βιβλία της σειράς «Η Κρίση των Κρίσεων»  -  Για περισσότερες πληροφορίες κάντε κλικ εδώ

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΜΑΣ

 

·          Η χρεοκοπία του αμερικανικού μοντέλου, η δημιουργική λογιστική των τραπεζών, το ηθικό δίλημμα της Ευρώπης και ο κυρίαρχος του σύμπαντος  2/5/2009

·          Β! Μέρος - Πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος: Ενδιάμεσος απολογισμός της θηριώδους μάχης στο χρηματοπιστωτικό κυβερνοχώρο!  29/3/2009

 

Update 26.09.2009

 

O Stiglitz, ο Sen και το τέλος της ύφεσης

 

Οι περισσότεροι οικονομολόγοι αναμένουν πως η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στο τρίτο τρίμηνο θα είναι θετική, ίσως και μέχρι 3%. Αυτό θα χαιρετιστεί ευρέως ως ένδειξη ότι η δυσάρεστη ύφεση του 2008-2009 έχει λήξει. Πράγματι, η πρόσφατη ανακοίνωση της Fed ότι "η οικονομική δραστηριότητα έχει ανέβει" φαίνεται να τροφοδοτεί την πεποίθηση ότι η ανάκαμψη έχει ξεκινήσει.

 

Αλλά έχει πραγματικά τελειώσει η ύφεση;  Συμπτωματικά, η Επιτροπή για τη μέτρηση των οικονομικών επιδόσεων και της κοινωνικής προόδου, με επικεφαλής τους νομπελίστες Joseph Stiglitz και Amartya Sen, έβγαλε μια νέα έκθεση, η οποία επεσήμανε σημαντικές ελλείψεις στη χρήση του ΑΕΠ ως μέτρο της ευημερίας:

 

“... Η κρίση μας διδάσκει ένα πολύ σημαντικό μάθημα: εκείνοι που προσπαθούν να οδηγήσουν την οικονομία και τις κοινωνίες μας είναι σαν τους πιλότους που κρατούν ένα τιμόνι χωρίς αξιόπιστη πυξίδα.

 

Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να μεταβάλουμε την έμφαση του συστήματος μέτρησής μας, από τη μέτρηση της οικονομικής παραγωγής στη μέτρηση της ευημερίας των ανθρώπων... τονίζοντας πως η ευημερία είναι σημαντική, διότι φαίνεται ότι υπάρχει ένα αυξανόμενο κενό μεταξύ των πληροφοριών που περιέχονται στα συνολικά στοιχεία για το ΑΕΠ και αυτό που μετράει για την ευημερία των ανθρώπων.”

 

Όμως, η “ευημερία” είναι μια ευρεία έννοια, που περιλαμβάνει τα πάντα, από το εισόδημα των νοικοκυριών και της κατανάλωσης μέχρι θολούς τρόπους μέτρησης της ευτυχίας. Αλλά το κύριο σημείο είναι ότι η παραγωγή της αγοράς -αυτό το οποίο φιλοδοξεί να μετρήσει το ΑΕΠ- μπορεί να είναι λιγότερο σημαντικό από άλλες πτυχές της οικονομίας.

 

Ο Stiglitz και ο Sen τονίζουν κυρίως τα μακροπρόθεσμα προβλήματα της ανάδειξης του ΑΕΠ ως το κύριο τρόπο μέτρησης των οικονομικών επιδόσεων. Αλλά η κριτική τους ισχύει επίσης σε  βραχυπρόθεσμη βάση.

 

Ειδικότερα, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε εάν η ύφεση πλησιάζει στο τέλος, θα πρέπει να εξετάσουμε με σκεπτικισμό τον αναφερόμενο ρυθμό αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ. Το πραγματικό ΑΕΠ δεν περιλαμβάνει όλα τα είδη των άυλων επενδύσεων, όπως έρευνα και ανάπτυξη, ανάπτυξη προϊόντων και  κατάρτιση. Έτσι, οι εταιρείες μπορούν να μειώνουν τους πόρους για μακροπρόθεσμα προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης και επενδύσεις σε νέα προϊόντα, αλλά αυτά τα αρνητικά στοιχεία δεν θα εμφανιστούν στην αύξηση του ΑΕΠ.

 

Ομοίως, το ΑΕΠ δεν κάνει καλά τη δουλειά του εντοπισμού πολλών πτυχών του διεθνούς εμπορίου, όπως οι μετεγκαταστάσεις των εγχωρίως παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών. Για παράδειγμα, αν οι εταιρείες χρησιμοποιούν την ύφεση για να μεταφέρουν δραστηριότητές στο εξωτερικό, αυτό δε θα υπολογιστεί σωστά στο ΑΕΠ.

 

Και τέλος, καθώς θέσεις εργασίας εξακολουθούν να εξαφανίζονται και να αυξάνεται η ανεργία, πολλοί Αμερικανοί δεν θα συμφωνήσαν με τη δήλωση ότι η ύφεση τελείωσε. Ο Stiglitz και ο Sen μας λένε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά.

 

Business Week – Capital 25.09.09

 


Βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον;

 Επιστροφή
 

 
© Copyright 2005-2011 K&B Analysis ΕΠΕ. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση/αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.